Τα τσιπουράδικα του Βόλου είναι μια ιστορία γεύσεων που έχει τις ρίζες της στις αρχές του 20ου αιώνα, είναι μέρος της ζωντανής παράδοσης της πόλης, μια ιεροτελεστία που έγινε θεσμός για το Βόλο στο πέρασμα του χρόνου.

Το τσιπουράδικο αποτελεί σχεδόν καθημερινή συνήθεια για τους βολιώτες και ασφαλώς μια ευχάριστη αποκάλυψη για τους επισκέπτες της πόλης. Σύμφωνα με το Δημοτικό Κέντρο Ιστορίας και Τεκμηρίωσης Βόλου, τα στοιχεία που συνθέτουν την κουλτούρα του βολιώτικου τσιπουράδικου ξεκινούν από πολύ παλιά. Οι πρόσφυγες της Μικράς Ασίας, που εγκαταστάθηκαν στο Βόλο μετά την ανταλλαγή του 1922, ήταν εκείνοι που έφεραν στην πόλη τη συνήθεια του µεζέ ο οποίος έγινε δημοφιλής ανάμεσα στους ανθρώπους που εργάζονταν στη θάλασσα και που µε το σχόλασμά τους γύρω στις 11 το πρωί ήθελαν κάτι να τσιμπήσουν και να πιουν.
Έτσι, στο λιμάνι του Βόλου ετοίμαζαν πρόχειρα μεζεδάκια µε μικρά ψάρια ή µε ό, τι περίσσευε από την ψαριά. Οι γεύσεις αυτές έδεναν υπέροχα µε το τσίπουρο που παραγόταν στην περιοχή, το οποίο σε αντίθεση µε άλλα ελληνικά τσίπουρα περιείχε γλυκάνισο. Καθοριστικός επίσης για την καθιέρωση αυτών των χώρων υπήρξε και ο νόμος για το τσίπουρο που απαγόρευε την εμπορία και τη διακίνησή του, από τον οποίο εξαιρέθηκε η Μαγνησία.


Τα πρώτα τσιπουράδικα στήθηκαν κοντά στο λιμάνι του Βόλου και ήταν ανοιχτά από νωρίς το πρωί μέχρι το μεσημέρι. Επρόκειτο γι’ αποκλειστικά αντρικό χώρο και παρέμεινε έτσι μέχρι και τη δεκαετία του ’60, αφού οι γυναίκες μπήκαν στα τσιπουράδικα μετά το ’70.


Οι διηγήσεις λένε πως δε χρειαζόταν καν να παραγγείλεις. Υπήρχαν τα «μουγκά» τσιπουράδικα στα οποία έκανες απλώς νεύμα για το πόσα τσίπουρα ήθελες να πιεις και τα «φλύαρα» στα οποία έκανες µε το μαγαζάτορα τις συνεννοήσεις µόνο για τα βασικά.

Leave a Reply